Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐλέγχω < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἐλέγχω

  1. (στον Όμηρο) μειώνω, ευτελίζω
  2. ελέγχω, ερευνώ, εξετάζω τα πάντα σχετικά με κάτι
  3. ελέγχω, δοκιμάζω