Δείτε επίσης: άσφαλτος

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ἄσφαλτος τὸ ἄσφαλτον οἱ, αἱ ἄσφαλτοι τὰ ἄσφαλτα
Γενική τοῦ, τῆς ἀσφάλτου τοῦ ἀσφάλτου τῶν ἀσφάλτων τῶν ἀσφάλτων
Δοτική τῷ, τῇ ἀσφάλτῳ τῷ ἀσφάλτῳ τοῖς, ταῖς ἀσφάλτοις τοῖς ἀσφάλτοις
Αιτιατική τὸν, τὴν ἄσφαλτον τὸ ἄσφαλτον τοὺς, τὰς ἀσφάλτους τὰ ἄσφαλτα
Κλητική ἄσφαλτε ἄσφαλτον ἄσφαλτοι ἄσφαλτα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἀσφάλτω
Γενική-Δοτική ἀσφάλτοιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἄσφαλτος < ἀ- + αρχαία ελληνική σφάλλω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἄσφαλτος, -ος, -ον

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἄσφαλτος ἀσφάλτω ἄσφαλτοι
Γενική ἀσφάλτου ἀσφάλτοιν ἀσφάλτων
Δοτική ἀσφάλτ ἀσφάλτοιν ἀσφάλτοις
Αιτιατική ἄσφαλτον ἀσφάλτω ἀσφάλτους
Κλητική ἄσφαλτε ἀσφάλτω ἄσφαλτοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἄσφαλτος < ἀ- + σφάλλω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἄσφαλτος θηλυκόαρσενικό) (και σπάνια ουδέτερο: ἄσφαλτον)

  1. άσφαλτος
  2. είδος πετρελαίου
  3. πίσσα