Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἁλή αἱ ἁλαί
      γενική τῆς ἁλῆς τῶν ἁλῶν
      δοτική τῇ ἁλ ταῖς ἁλαῖς
    αιτιατική τὴν ἁλήν τὰς ἁλᾱ́ς
     κλητική ! ἁλή ἁλαί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἁλᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  ἁλαῖν
Στον πληθυντικό
1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἁλή < ἅλς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἁλή θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία