Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀσθενής < α- + σθένος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἀσθενής

  1. αυτός που δεν έχει δύναμη, αδύναμος, άτονος
  2. (λέγεται προς την περιουσία) αδύναμος, φτωχός, άπειρος
  3. ασήμαντος
  4. (λέγεται για ποτάμια) μικρός, μηδαμινός (αυτός που έχει λίγο νερό)