Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀρτοσιτέω < ἄρτος + σιτέω (< σῖτος)

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἀρτοσιτέω - ἀρτοσιτῶ (συνηρημένο)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία