Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀπόλαυσις ἀπολαύσει ἀπολαύσεις
Γενική ἀπολαύσεως ἀπολαυσέοιν ἀπολαύσεων
Δοτική ἀπολαύσει ἀπολαυσέοιν ἀπολαύσεσι(ν)
Αιτιατική ἀπόλαυσιν ἀπολαύσει ἀπολαύσεις
Κλητική ἀπόλαυσι ἀπολαύσει ἀπολαύσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀπόλαυσις < συνοπτικό θέμα ἀπολαυσ- του ρήματος ἀπολαύω < ἀπό- + λεία + -σις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἀπόλαυσις θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία