Δείτε επίσης: αποταμιεύω

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀποταμιεύω < ἀπό + αρχαία ελληνική ταμιεύω < ταμίας < τέμνω < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *tm̥-n-h₂- < *temh₂- ‎(κόβω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἀποταμιεύω