Δείτε επίσης: ανάλυμα, ανάλημμα, ἀνάλημμα

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀνάλυμα ἀναλύματε ἀναλύματα
Γενική ἀναλύματος ἀναλυμάτοιν ἀναλυμάτων
Δοτική ἀναλύματι ἀναλυμάτοιν ἀναλύμασι
Αιτιατική ἀνάλυμα ἀναλύματε ἀναλύματα
Κλητική ἀνάλυμα ἀναλύματε ἀναλύματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀνάλυμα < αρχαία ελληνική ἀναλύω < ἀνά + λύω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἀνάλυμα ουδέτερο