Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ἀμφίγλωσσος τὸ ἀμφίγλωσσον οἱ, αἱ ἀμφίγλωσσοι τὰ ἀμφίγλωσσα
Γενική τοῦ, τῆς ἀμφιγλώσσου τοῦ ἀμφιγλώσσου τῶν ἀμφιγλώσσων τῶν ἀμφιγλώσσων
Δοτική τῷ, τῇ ἀμφιγλώσσῳ τῷ ἀμφιγλώσσῳ τοῖς, ταῖς ἀμφιγλώσσοις τοῖς ἀμφιγλώσσοις
Αιτιατική τὸν, τὴν ἀμφίγλωσσον τὸ ἀμφίγλωσσον τοὺς, τὰς ἀμφιγλώσσους τὰ ἀμφίγλωσσα
Κλητική ἀμφίγλωσσε ἀμφίγλωσσον ἀμφίγλωσσοι ἀμφίγλωσσα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἀμφιγλώσσω
Γενική-Δοτική ἀμφιγλώσσοιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀμφίγλωσσος < ελληνιστική κοινή και μεσαιωνική λέξη. ἀμφί- + γλῶσσα > -γλωσσος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἀμφίγλωσσος -ος -ον

  1. διφορούμενος, που χησιμοποιεί διττή γλώσσα
    γυναῖκες ἀμφίγλωσσοι (Συνέσιος (π.373-π.414), 122D @books.google)
  2. αμφίβολος, ασαφής
    τὸ τοῦ Ὁμήρου ἀμφίγλωσσον (Ευστάθιος Θεσσαλονίκης (π.1115-1195/6) Παρεκβολαὶ εἰς τὴν Ὁμήρου Ἰλιάδα καὶ Ὀδύσσειαν 489.19.)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία