Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

ΠηγέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / ἀμφίγλωσσος τὸ ἀμφίγλωσσον
      γενική τοῦ/τῆς ἀμφιγλώσσου τοῦ ἀμφιγλώσσου
      δοτική τῷ/τῇ ἀμφιγλώσσ τῷ ἀμφιγλώσσ
    αιτιατική τὸν/τὴν ἀμφίγλωσσον τὸ ἀμφίγλωσσον
     κλητική ! ἀμφίγλωσσε ἀμφίγλωσσον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ ἀμφίγλωσσοι τὰ ἀμφίγλωσσ
      γενική τῶν ἀμφιγλώσσων τῶν ἀμφιγλώσσων
      δοτική τοῖς/ταῖς ἀμφιγλώσσοις τοῖς ἀμφιγλώσσοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς ἀμφιγλώσσους τὰ ἀμφίγλωσσ
     κλητική ! ἀμφίγλωσσοι ἀμφίγλωσσ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἀμφιγλώσσω τὼ ἀμφιγλώσσω
      γεν-δοτ τοῖν ἀμφιγλώσσοιν τοῖν ἀμφιγλώσσοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀμφίγλωσσος < αρχαία ελληνική ἀμφί- + γλῶσσα > -γλωσσος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἀμφίγλωσσος, -ος, -ον

  1. (ελληνιστική κοινή) διφορούμενος, που χησιμοποιεί διττή γλώσσα
    γυναῖκες ἀμφίγλωσσοι (Συνέσιος (π.373-π.414), 122D @books.google)
  2. (ελληνιστική κοινή) αμφίβολος, ασαφής
    τὸ τοῦ Ὁμήρου ἀμφίγλωσσον ( Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Παρεκβολαί εὶς τὴν Ὁμήρου Ἰλιάδα, 489.19.)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία