Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀθλητής οἱ ἀθληταί
      γενική τοῦ ἀθλητοῦ τῶν ἀθλητῶν
      δοτική τῷ ἀθλητ τοῖς ἀθληταῖς
    αιτιατική τὸν ἀθλητήν τοὺς ἀθλητᾱ́ς
     κλητική ! ἀθλητᾰ́ ἀθληταί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀθλητᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  ἀθληταῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'ποιητής' όπως «ποιητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀθλητής < ἀθλέω < ἆθλον < *ἄϝεθλον < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂weh₁- + *-dʰlom

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἀθλητής αρσενικό

  1. αθλητής, πρωταθλητής
  2. (μεταφορικά) για τους χριστιανούς μάρτυρες
  3. (ως επίθετο)
    ἀθλητής ἵππος: άλογο αγώνων
  4. (με γενική πράγματος) αυτός που διακρίνεται σε κάτι (καλό ή κακό)
    ἀθλητής πολέμου, ἀθλητής ἀρετῆς, ἀθλητής βδελυρίας

  ΠηγέςΕπεξεργασία