Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀβγάτιση < ἀβγατίζω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἀβγάτιση θηλυκό ( & ἐβγάτιση)