Αραβικά (ar)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

نظام < ρίζα ن ظ م‎ (n-ẓ-m)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ni.ðˤaːm/
 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

نظام (نِظَام) (ar) (niẓām) αρσενικό

  1. σύστημα, οργάνωση
  2. μέθοδος
  3. εξουσία

ΑπόγονοιΕπεξεργασία

نظام (αραβικά)

οθωμανικά τουρκικά: نظام (nizam)
τουρκικά: nizam
νέα ελληνικά: νιζάμι, νιζάμης
περσικά: نظام (nezâm)



Οθωμανικά τουρκικά (ota)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

نظام ήδη από το 1330 < (άμεσο δάνειο) αραβική نِظَام (niẓām, οργάνωση, τάξη)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

  1. σειρά από διατεταγμένα πράγματα
  2. τάξη, οργάνωση
  3. σύστημα νόμων ή νόμοι σχετικοί με οργάνωση
  4. (στρατιωτικός όρος) τακτικός στρατός
  5. (στρατιωτικός όρος) στρατιώτης τακτικού στρατού
  6. (αστρονομία) τα αστέρια του Ωρίωνα
  7. τίτλος Μεγάλων Βεζίρηδων

ΑπόγονοιΕπεξεργασία

  • → δείτε τους απογόνους της αραβικής λέξης نظام

  ΠηγέςΕπεξεργασία

  • σελ. 2088Redhouse, James W. (1890) A Turkish and English Lexicon. (Τουρκικό [οθωμανικό] και αγγλικό λεξικό) Κωνσταντινούπολη: A. H. Boyajian. (ανατύπωση).
  • nizam - μονόγλωσσο τουρκικό Ετυμολογικό Λεξικό «Türkçe Etimolojik Sözlük» (2002) του Sevan Nişanyan