Σερβικά (sr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

понедељак < по недељи (после недеље), (η ημέρα) έπειτα από την Κυριακή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

понедељак (sr) (λατινική γραφή: ponedeljak) αρσενικό

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία