Ρωσικά (ru) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

нахлебник (ru) < πρόθημα на- + хлеб (ψωμί) +‎ κατάληξη -ник

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

нахлебник (ru)