Ρωσικά (ru) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

боязнь 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

боязнь (ru) θηλυκό

  1. φόβος
    боязнь высоты — υψοφοβία