Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ώριος < ὡραῖος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ώριος

  1. (λογοτεχνικό) ωραίος, ο όμορφος

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία