Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ωτασπίδα οι ωτασπίδες
      γενική της ωτασπίδας των ωτασπίδων
    αιτιατική την ωτασπίδα τις ωτασπίδες
     κλητική ωτασπίδα ωτασπίδες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ωτασπίδα < ωτ- (< γενική: ωτός του ους) + ασπίδα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /o.taˈspi.ða/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
ωτασπίδες για θόρυβο

ωτασπίδα θηλυκό

ΤαυτόσημοΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία