Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

ωάρια ουδέτερο

  1. ωάριο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού