Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψυχαγωγέω < ψυχαγωγός

  ΡήμαΕπεξεργασία

ψυχαγωγέω-ψυχαγωγῶ

  1. οδηγώ τις ψυχές των νεκρών στον Κάτω Κόσμο
  2. ανακαλώ τις ψυχές των νεκρών για κάποια θυσία
  3. (στους χριστιανικούς χρόνους) ασκώ την σωματεμπορία, τη δουλεία, πουλώ ανθρώπους ως δούλους

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία