Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

ψυχές θηλυκό

  1. ψυχή, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού