Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψεύτρα < ψεύτης + κατάληξη θηλυκού -τρα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈpsɛ.ftɾa/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψεύτρα θηλυκό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία