Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

ψεύτικων

  1. ψεύτικος, στη γενική του πληθυντικού
  2. ψεύτικη, στη γενική του πληθυντικού
  3. ψεύτικο, στη γενική του πληθυντικού