Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ψελλός ψελλή ψελλό
γενική ψελλού ψελλής ψελλού
αιτιατική ψελλό ψελλή ψελλό
κλητική ψελλέ ψελλή ψελλό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ψελλοί ψελλές ψελλά
γενική ψελλών ψελλών ψελλών
αιτιατική ψελλούς ψελλές ψελλά
κλητική ψελλοί ψελλές ψελλά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψελλός < αρχαία ελληνική ψελλός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ψελλός, -ή, -ό

  1. που δυσκολεύεται στην άρθρωση των λέξεων, πχ παραλείποντας ή αντικαθιστώντας φθόγγους

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ψελλός ψελλή ψελλόν ψελλοί ψελλαί ψελλά
Γενική ψελλοῦ ψελλῆς ψελλοῦ ψελλῶν ψελλῶν ψελλῶν
Δοτική ψελλῷ ψελλῇ ψελλῷ ψελλοῖς ψελλαῖς ψελλοῖς
Αιτιατική ψελλόν ψελλήν ψελλόν ψελλούς ψελλάς ψελλά
Κλητική ψελλέ ψελλή ψελλόν ψελλοί ψελλαί ψελλά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ψελλώ ψελλά
Γενική-Δοτική ψελλοῖν ψελλαῖν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψελλός < πιθανόν ηχομιμητικό

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ψελλός, -ή, -όν

  1. που προφέρει τις λέξεις με δυσκολία στην άρθρωση, σαν τα μικρά παιδιά που μόλις έχουν μάθει να μιλούν
  2. που εκφωνείται με δυσκολία στην άρθρωση
    ψελλόν ἐστι καὶ καλεῖ τὴν ἄρκτον ἄρτον

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883, σελίδα 1753