Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψίκι < μεσαιωνική ελληνική ψίκιν < ὀψίκιον < ὀβσέκουιον < λατινικό obsequium (η ακολουθία, η συνοδεία)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψίκι ουδέτερο

  1. (παρωχημένο) η πομπή, η ακολουθία του γάμου

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία