Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρωστώ < ελληνιστική κοινή χρεωστῶ

  ΡήμαΕπεξεργασία

χρωστώ και χρωστάω, χωρίς συνοπτικούς χρόνους

  1. οφείλω, έχω χρέος, έχω υποχρέωση να ανταποδώσω κάτι σε κάποιον
    μου χρωστάει δύο χιλιάρικα
    χρωστάω τρία νοίκια
  2. έχω ηθικό χρέος
    Ευχαριστώ, θα σου χρωστάω χάρη.
    του χρωστάει τη ζωή του
  3. (για μάθημα) πρέπει να περάσω εξέταση
    χρωστάει άλλο ένα μάθημα για το πτυχίο

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • χρωστάει (και) της Μιχαλούς: είναι τρελός, έχει χάσει τα λογικά του, τα έχει χαμένα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. χρωστάω - χρωστώ χρωστούσα θα χρωστάω - χρωστώ να χρωστάω - χρωστώ χρωστώντας
β' ενικ. χρωστάς χρωστούσες θα χρωστάς να χρωστάς χρώστα
γ' ενικ. χρωστάει - χρωστά χρωστούσε θα χρωστάει - χρωστά να χρωστάει - χρωστά
α' πληθ. χρωστάμε - χρωστούμε χρωστούσαμε θα χρωστάμε - χρωστούμε να χρωστάμε - χρωστούμε
β' πληθ. χρωστάτε χρωστούσατε θα χρωστάτε να χρωστάτε χρωστάτε
γ' πληθ. χρωστάν(ε) - χρωστούν(ε) χρωστούσαν(ε) θα χρωστάν(ε) - χρωστούν(ε) να χρωστάν(ε) - χρωστούν(ε)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία