Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρωστική < χρωστικός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χρωστική θηλυκό

  1. ουσία στα κύτταρα που δίνει χρώμα στον ιστό από αυτά τα κύτταρα, πχ. στο δέρμα και τα μαλλιά
    τα φύλλα των φυτών περιέχουν χλωροφύλλη, μια χρωστική που τους προσδίδει το χαρακτηριστικό πράσινο χρώμα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

χρωστική

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία