Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
νήμα στη χρωμόσφαιρα του ηλίου
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χρωμόσφαιρα οι χρωμόσφαιρες
      γενική της χρωμόσφαιρας των χρωμοσφαιρών
    αιτιατική τη χρωμόσφαιρα τις χρωμόσφαιρες
     κλητική χρωμόσφαιρα χρωμόσφαιρες
όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρωμόσφαιρα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χρωμόσφαιρα θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία