Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρωμοφόρος < χρώμα(oς) + -ο- + -φόρος
 
Η χημική δομή του βήτα-καροτένιου. Οι 11 διπλοί δεμσοί που συνιστούν το χρωμοφόρο του μορίου είναι κόκκινοι.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χρωμοφόρος αρσενικό και ουδέτερο το χρωμοφόρο

  • το τμήμα του μορίου μιας ουσίας που είναι ο φορέας του χρώματός της

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χρωμοφόρος, ος, ο

  • αυτός που φέρει ένα χρώμα
    χρωμοφόρες ομάδες, ενώσεις, χρωμοφόρα στοιχεία μορίων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία