Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρωμοφόρος < χρώμα και φέρω
 
Η χημική δομή του βήτα-καροτένιου. Οι 11 διπλοί δεμσοί που συνιστούν το χρωμοφόρο του μορίου είναι κόκκινοι.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χρωμοφόρος αρσενικό και ουδέτερο το χρωμοφόρο

  1. το τμήμα του μορίου μιας ουσίας που είναι ο φορέας του χρώματός της

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χρωμοφόρος, ος, ο

  1. αυτός που φέρει ένα χρώμα
    χρωμοφόρες ομάδες, ενώσεις, χρωμοφόρα στοιχεία μορίων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία