Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική χρηματολογικός χρηματολογική χρηματολογικό
γενική χρηματολογικού χρηματολογικής χρηματολογικού
αιτιατική χρηματολογικό χρηματολογική χρηματολογικό
κλητική χρηματολογικέ χρηματολογική χρηματολογικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χρηματολογικοί χρηματολογικές χρηματολογικά
γενική χρηματολογικών χρηματολογικών χρηματολογικών
αιτιατική χρηματολογικούς χρηματολογικές χρηματολογικά
κλητική χρηματολογικοί χρηματολογικές χρηματολογικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρηματολογικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χρηματολογικός

  1. σχετικός με τη χρηματολογία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία