Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική χειρωνακτικός χειρωνακτική χειρωνακτικό
γενική χειρωνακτικού χειρωνακτικής χειρωνακτικού
αιτιατική χειρωνακτικό χειρωνακτική χειρωνακτικό
κλητική χειρωνακτικέ χειρωνακτική χειρωνακτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χειρωνακτικοί χειρωνακτικές χειρωνακτικά
γενική χειρωνακτικών χειρωνακτικών χειρωνακτικών
αιτιατική χειρωνακτικούς χειρωνακτικές χειρωνακτικά
κλητική χειρωνακτικοί χειρωνακτικές χειρωνακτικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

χειρωνακτικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χειρωνακτικός

  • (για εργασία) που γίνεται κυρίως με τα χέρια


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία