Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χειλόφωνο < χείλος + -ο- + -φωνος (< φωνή)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χειλόφωνο ουδέτερο

  1. μικρόφωνο που βρίσκεται κοντά στα χείλη, με σύστημα συγκράτησης με το οποίο στηρίζεται στο κεφάλι, μικρόφωνο κεφαλής
    Ασύρματο μικρόφωνο κεφαλής (χειλόφωνο)
    Ντυμένος εντελώς διαφορετικά από ότι συνήθως, με μαύρο παντελόνι και λεπτό ζιβάγκο, χωρίς την ιατρική του ρόμπα με ένα λεπτό χειλόφωνο στερεωμένο στο αυτί του που του επέτρεπε να κινείται ελεύθερα και να χρησιμοποιεί τα χέρια του με.. (Perfect Ten, Αλέξανδρος Β. Σωτηράκης)

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

  1. αιτιατική ενικού του χειλόφωνος
    η προφορά του αττικού φ, που προέρχεται απ' το ινδοευρωπαϊκό μέσο χειλόφωνο σύμπλεγμα βΗ, σαν β

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία