Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαζοχαρούμενος < χαζο- + χαρούμενος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /xa.zo.xaˈɾu.me.nos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χα‐ζο‐χα‐ρού‐με‐νος

  ΜετοχήΕπεξεργασία

χαζοχαρούμενος, -η, -ο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία