Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαζοχαρούμενος < χαζός + χαρούμενος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χαζοχαρούμενος, -η, -ο

  1. που είναι πάντα χαρωπός, επειδή εξαιτίας της χαζομάρας του δεν αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα κάποιων καταστάσεων


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία