Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φύσκη < φυσάω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φύσκη θηλυκό (δωρικός τύπος : φύσκα)

  1. το παχύ έντερο
  2. (ειδικότερα) το παραγεμισμένο παχύ έντερο,
  3. το λουκάνικο