Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φωνή βοώντος εν τη ερήμω < φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ (Κατὰ Ματθαῖον, 3.3) Προφητεία του Ησαΐα, που επαληθεύεται με τον Ιωάννη τον Βαπτιστή).
δείτε  η φωνή, τοῦ βοῶντος (εκείνου που φωνάζει), ἐν (σε, μέσα), δοτική: τῇ ἐρήμῳ (στην έρημο, δοτική)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /fɔˈni vɔˈɔn.dɔs ɛn‿ti‿ɛˈɾi.mɔ/

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

φωνή βοώντος εν τη ερήμω

  • σαν να μιλάω στην έρημο, δεν με ακούει κανείς, ούτε προσέχει κανείς τι λέω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία