↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φυλομετάβαση οι φυλομεταβάσεις
      γενική της φυλομετάβασης των φυλομεταβάσεων
    αιτιατική τη φυλομετάβαση τις φυλομεταβάσεις
     κλητική φυλομετάβαση φυλομεταβάσεις
Η λόγια γενική ενικού σε -εως δε συνηθίζεται σε νεότερες λέξεις.
Κατηγορία όπως «παγκοσμιοποίηση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
φυλομετάβαση (νεολογισμός) < φυλο- + μετάβαση, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική (;) • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

φυλομετάβαση θηλυκό

  • (ιατρική) η μετάβαση ενός ανθρώπου ενός φύλου (π.χ. γυναίκα) στο αντίθετο φύλο (π.χ. άντρας)
    ※  Εμμένει ο υπουργός Δικαιοσύνης στην μείωση του ηλικιακού ορίου για την φυλομετάβαση στα 15 έτη, παρά τις αντιδράσεις που προκαλεί και τις πολιτικές παρενέργειες που πυροδοτεί λόγω της άρνησης των κομμάτων της αντιπολίτευσης να συναινέσουν στην υπερψήφισή της. (* εφημερίδα Το Βήμα)

Δείτε επίσης

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία