Άνοιγμα κυρίου μενού

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φρενοτέκτων < φρήν + τέκτων

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

φρενοτέκτων,-ονος (αρσενικό και θηλυκό)

  1. που χτίζει με το μυαλό του, ο δημιουργικός, ο επινοητικός, που το μυαλό του "κατεβάζει" πολλές ιδέες, ο ευφυής