Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

φανερώματα ουδέτερο

  1. φανέρωμα, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού