Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υποτείνουσα οι υποτείνουσες
      γενική της υποτείνουσας
& υποτεινούσης
των υποτεινουσών
    αιτιατική την υποτείνουσα τις υποτείνουσες
     κλητική υποτείνουσα υποτείνουσες
Ο δεύτερος τύπος της γενικής, λόγιος.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υποτείνουσα < αρχαία ελληνική ὑποτείνουσα (ὑποτείνουσα γραμμή / ὑποτείνουσα πλευρά), θηλυκό της μετοχής ενεστώτα του ρήματος ὑποτείνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υποτείνουσα θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία