Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπερφόρτωση < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υπερφόρτωση θηλυκό

  1. υπερβολική φόρτωση
  2. (προγραμματισμός) βλ. υπερφόρτωση συνάρτησης ή υπερφόρτωση μεθόδου ή υπερφόρτωση τελεστή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία