Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπερτάξη < υπέρ + τάξη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υπερτάξη θηλυκό


Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία