Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υπερπλασία οι υπερπλασίες
      γενική της υπερπλασίας των υπερπλασιών
    αιτιατική την υπερπλασία τις υπερπλασίες
     κλητική υπερπλασία υπερπλασίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπερπλασία < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υπερπλασία θηλυκό


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία