Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική υπερκαινοφανής υπερκαινοφανής υπερκαινοφανές
γενική υπερκαινοφανούς υπερκαινοφανούς υπερκαινοφανούς
αιτιατική υπερκαινοφανή υπερκαινοφανή υπερκαινοφανές
κλητική υπερκαινοφανή(ής) υπερκαινοφανής υπερκαινοφανές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υπερκαινοφανείς υπερκαινοφανείς υπερκαινοφανή
γενική υπερκαινοφανών υπερκαινοφανών υπερκαινοφανών
αιτιατική υπερκαινοφανείς υπερκαινοφανείς υπερκαινοφανή
κλητική υπερκαινοφανείς υπερκαινοφανείς υπερκαινοφανή

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπερκαινοφανής < υπέρ + καινοφανής < αγγλική supernova

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

υπερκαινοφανής, -ής, -ές

  • (αστρονομία) λέγεται για αστέρα ο οποίος φτάνει στο τέλος της ζωής του και εκρήγνυται, εκτοξεύοντας μακριά το μεγαλύτερο μέρος της μάζας του, ενώ η λάμψη του αυξάνεται έντονα προτού αδυνατίσει εντελώς

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία