Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπερήλιξ < από τα ὑπέρ και ἧλιξ, συνομήλικος. Στην αρχή, σήμαινε δηλαδή αυτός που είναι παραπάνω από συνομίληκος.

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

υπερήλιξ αρσενικό ή θηλυκό

Ο/η υπερήλιξ, του/της υπερήλικος.

(καθαρεύουσα)

Επεξεργασία