Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο υλιστής οι υλιστές
      γενική του υλιστή των υλιστών
    αιτιατική τον υλιστή τους υλιστές
     κλητική υλιστή υλιστές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υλιστής < υλισμός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υλιστής αρσενικό

  1. Ο οπαδός του υλισμού
  2. Ένας άνθρωπος προσηλωμένος στα εγκόσμια

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία