Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υδατάνθρακας < υδατάνθραξ < ύδωρ + άνθραξ. Παλιά πίστευαν ότι οι υδατάνθρακες ήταν ενώσεις άνθρακα και νερού (ύδατος) λόγω του γενικού χημικού τύπου τους (Cn(H2O)n). Σήμερα δε θα έπρεπε να ονομάζονται έτσι, γιατί πολλά σώματα της κατηγορίας αυτής δεν περιέχουν το υδρογόνο (H) και το οξυγόνο (O) στην αναλογία του νερού (H2O) π.χ. οι μεθυλοπεντόζες: C6H12O5 και το αντίστροφο, δηλαδή υπάρχουν ενώσεις με αυτήν την αναλογία που δεν είναι υδατάνθρακες π.χ. το οξικό οξύ: C2Η4O2, το γαλακτικό οξύ: C3H6Ο3 κ.α.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υδατάνθρακας αρσενικό και υδατάνθραξ αρσενικό, υδατάνθρακες πληθυντικός

  • Οι υδατάνθρακες αποτελούν μία κατηγορία οργανικών ενώσεων που περιλαμβάνει πολυυδροξυλιωμένα παράγωγα των αλδεϋδών και των κετονών (το μόριό τους περιέχει αλδεϋδική ή κετονική ομάδα και 1-5 αλκοολικά υδροξύλια). Πρόκειται, δηλαδή, για πολυυδροξυαλδεϋδες ή αλδόζες και πολυυδροξυκετόνες ή κετόζες αντίστοιχα. Επίσης, υδατάνθρακας θεωρείται και κάθε σώμα που όταν υδρολυθεί δίνει τις παραπάνω ενώσεις. Είναι πολύ διαδεδομένοι στη φύση και πολύ μεγάλης σπουδαιότητας αφού αποτελούν μια από τις κυριότερες θρεπτικές ύλες για τον άνθρωπο, τα ζώα και τα φυτά.

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία