Arrows blue.png Δείτε επίσης: τρωκτικό

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική τρωκτικός τρωκτική τρωκτικό
γενική τρωκτικού τρωκτικής τρωκτικού
αιτιατική τρωκτικό τρωκτική τρωκτικό
κλητική τρωκτικέ τρωκτική τρωκτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τρωκτικοί τρωκτικές τρωκτικά
γενική τρωκτικών τρωκτικών τρωκτικών
αιτιατική τρωκτικούς τρωκτικές τρωκτικά
κλητική τρωκτικοί τρωκτικές τρωκτικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρωκτικός < αρχαία ελληνική τρωκτικός < τρωκτός < τρώγω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τρωκτικός

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρωκτικός < τρώγω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τρωκτικός

  1. αδηφάγος, άπληστος
  2. που τρώει σκληρές τροφές