Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος μετοχήςΕπεξεργασία

τραυματισμένου

  1. αρσενικό του τραυματισμένος, στη γενική του ενικού
  2. ουδέτερο του τραυματισμένος, στη γενική του ενικού