Δείτε επίσης: Τοξότης

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τοξότης οι τοξότες
      γενική του τοξότη των τοξοτών
    αιτιατική τον τοξότη τους τοξότες
     κλητική τοξότη τοξότες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τοξότης < αρχαία ελληνική τοξότης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τοξότης αρσενικό

  1. πολεμιστής οπλισμένος με τόξο
  2. κάποιος που υπάγεται στο συγκεκριμένο ζώδιο (♐) διότι γεννήθηκε μεταξύ 23/11 και 21/12 σύμφωνα με την ψευδοεπιστήμη της αστρολογίας
  3. (αργκό) ναρκωμανής που ειδικεύεται στην λήψη ηρωίνης με σύριγγα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία