Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τετρακέφαλος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τετρακέφαλος, -η, -ο

  1. που έχει τέσσερα κεφάλια
  2. (για μυ) που έχει τέσσερεις εκφύσεις


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία