Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τερηδών < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τερηδών θηλυκό

  1. ξυλοφάγο έντομο, σαράκι